δαΐς

(I)
δαΐς, η (Α)
πόλεμος, μάχη.
[ΕΤΥΜΟΛ. Πρόκειται για αρχαϊκή λ., για τον σχηματισμό και τον τονισμό τής οποίας δεν συμφωνούν οι μελετητές. Η λ. απαντά στην επική δοτική δαΐ < δαϊ-ι (πρβλ. δαϊκτάμενος), ενώ πρόβλημα παρουσιάζει η ονομαστική, η οποία κατ' άλλους τονίζεται στη λήγουσα δαΐς και κατ' άλλους στην παραλήγουσα δάις (λόγω τής υπάρχουσας αιτιατικής δάιν στον Καλλίμαχο). Έχει επίσης υποτεθεί ότι η δοτ. δαΐ«στη μάχη» προέρχεται από ονομαστική *δαυς, η δε αιτ. δάιν αποτελεί νεώτερο σχηματισμό. Ετυμολογικά η λ. πρέπει να συνδέεται με το δάϊος (Ι) *, ενώ νεώτερες υποθέσεις συνδέουν τη δοτ. δαι με χεττ. δοτ. lahhi «εκστρατεία» ή με αρχ. ινδ. dāsa «εχθρός»].
————————
(II)
δαΐς, η (Α)
βλ. δάδα.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • δαις — δαίς (δαιτός), η (Α) 1. μερίδα φαγητού 2. γεύμα, συμπόσιο 3. η τροφή, το κρέας 4. (για θηρία) η βορά 5. (ως κύριο όνομα) η Δαίς προσωποποιημένη θεότητα τής ευτυχίας («ἧλθεν δὲ Δαὶς... πρεσβίστη θεῶν»). [ΕΤΥΜΟΛ. < δαίομαι (βλ. δαίω II)] …   Dictionary of Greek

  • δαίς — 1 fire brand fem nom sg (epic) δαίς 1 fire brand fem nom sg δαίς 3 fire brand fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δάις — δάϊς , δαίς 3 fire brand fem nom sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δαῖς — δαίς 1 fire brand fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δᾴς — δαίς 1 fire brand fem nom sg δαίς 3 fire brand fem nom sg δάϊς , δαίς 3 fire brand fem nom sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δαισίν — δαίς 1 fire brand fem dat pl δαίς 3 fire brand fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δαίδεσι — δαίς 1 fire brand fem dat pl (epic) δαίς 1 fire brand fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δαίδεσσι — δαίς 1 fire brand fem dat pl (epic aeolic) δαίς 1 fire brand fem dat pl (epic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δαίδων — δαίς 1 fire brand fem gen pl (epic) δαίς 1 fire brand fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δαίτεσσιν — δαίς 3 fire brand fem dat pl (epic aeolic) δαΐτεσσιν , δαίς 3 fire brand fem dat pl (epic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.